- μικρέ
- μῑκρέ , μικρόςsmallmasc voc sgμῑκρέ , σμικρόςsmallmasc voc sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ευριπίδιον — εὐριπίδιον, τὸ (Α) [Ευριπίδης] (ειρων. έκφραση στοργής προς τον Ευριπίδη) (κλητ.) Εὐριπίδιον μικρέ μου Ευριπίδη, Ευριπιδάκι … Dictionary of Greek
Πορτογαλία — Κράτος της Νοτιοδυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Α με την Ισπανία, ενώ στα Δ βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεναό.H πορτογαλική Δημοκρατία αποτελείται από την κυρίως Πορτογαλία, το αρχιπέλαγος των Aζορών και το νησί Mαδέρα, που έχουν συνολική έκταση… … Dictionary of Greek